ὄλεθρος

ὁ ὄλεθρος (по)гибель; пагуба

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὄλεθρος" в других словарях:

  • ὄλεθρος — ruin masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όλεθρος — ο (ΑΜ ὄλεθρος) 1. παντελής καταστροφή, φθορά, αφανισμός 2. θάνατος («κτεῑναί μ οἰκτίστῳ ὀλέθρῳ», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. καθετί που επιφέρει μεγάλη καταστροφή 2. (περιφρονητικά ιδίως για πρόσ.) φθοροποιός, καταστροφέας, λυμεώνας («ὀλέθρου Μακεδόνος» για …   Dictionary of Greek

  • όλεθρος — ο καταστροφή, αφανισμός, φθορά, θάνατος, διαφθορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀλέθρω — ὄλεθρος ruin masc nom/voc/acc dual ὄλεθρος ruin masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθροις — ὄλεθρος ruin masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθρου — ὄλεθρος ruin masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθρους — ὄλεθρος ruin masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθρων — ὄλεθρος ruin masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθρως — ὄλεθρος ruin masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλέθρῳ — ὄλεθρος ruin masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄλεθρε — ὄλεθρος ruin masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.